Ο μύθος του Πυγμαλίωνα.


Για όσους δε γνωρίζετε ήδη τον μύθο, επιτρέψτε μου πρώτα να σας τον αφηγηθώ. Ο Πυγμαλίων ήταν ένας νέος γλύπτης που έζησε γύρω στον 5ο αιώνα π.Χ. Ο νεαρός θεώρησε πως η θεά Αφροδίτη απεικονιζόταν εντελώς λανθασμένα. Γι αυτό τον λόγο, αποφάσισε ο ίδιος να δημιουργήσει την ιδανική γυναίκα, η οποία θα ξεπερνούσε σε χάρη όλα τα προηγούμενα γλυπτά. Έτσι, δούλεψε για χρόνια, με καταπληκτική δεξιοτεχνία και επιμονή, δίνοντας βάση και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Στο τέλος, κατάφερε να διαμορφώσει την πιο εκλεπτυσμένη φιγούρα που είχε συλλάβει ποτέ η τέχνη. Τόσο εκπληκτική ήταν η δημιουργία του, που άρχισε να την ερωτεύεται παθιασμένα. Φιλούσε τα μαρμάρινα χείλη της, άγγιζε τα παγωμένα χέρια της, έντυνε με περίτεχνα ρούχα το άψυχο σώμα της. Σύντομα όμως η ελπίδα μετατράπηκε σε οδύνη, αφού το άγαλμα δε μπορούσε να ανταποδώσει την αγάπη που ο Πυγμαλίων προσέφερε. Ξεκίνησε να δημιουργήσει την απόλυτη γυναίκα αλλά στο τέλος κατάφερε να δημιουργήσει την προσωπική του απελπισία.

Έτσι κάπως συμπεριφερόμαστε όλοι εμείς, σα τον Πυγμαλίων. Πολλές φορές μας ελκύουν στην αρχή άτομα διαφορετικά από μας και κατεφέρνουν εύκολα να διεισδύσουν στο μυαλό μας. Και αυτή η αντίθεση αρχικά μας ευχαριστεί! Μα μόλις αποζητήσουμε τον έλεγχο της σχέσης που δημιουργείται, οι διαφορές γίνονται ατέλειες και προσπαθούμε να μετατρέψουμε τον άλλον σύμφωνα με τις δικές μας προτιμήσεις. Όπως ο Πυγμαλίων, φιλοτεχνούμε τον χαρακτήρα του άλλου έτσι ώστε να μας ταιριάζει. Και όπως ο Πυγμαλίων, αναπόφευκτα αντιδρούμε, αφού οι προσπάθειές μας να τον αλλάξουμε πέφτουν στο κενό. Το σχέδιο αυτό αποτυγχάνει πάντα: ή ο άλλος αντιστέκεται, μετατρέποντας την σχέση σε πεδίο μάχης, ή παραδίνεται, κάνοντας τον άλλον τόσο άψυχο όσο και το άγαλμα. Σε αυτό το παράδοξο παιχνίδι χάνουμε, ακόμα κι αν κερδίσουμε.

Στο τέλος του μύθου, η Αφροδίτη λυπήθηκε τον Πυγμαλίων και έδωσε ζωή στο άγαλμα. Αυτός και η Γαλάτεια (όπως την ονόμασε) παντρεύτηκαν με τις ευχές της θεάς. Στον πραγματικό κόσμο όμως δε μπορούμε να ελπίσουμε σε θαύματα. Μπορούμε όμως να σεβόμαστε τις διαφορές του άλλου ώστε να βγάλουμε κάτι αληθινά όμορφο.