18.7.2011
Κι αν έχει περάσει καιρός απ την τελευταία φορά που σε είδα, δε πειράζει.
Γιατί σε βλέπω κάθε μέρα.
χαμόγελα. βλέμματα. χειρονομίες. σπρωξίματα. λέξεις. εκφράσεις. βηξήματα. κοπλιμέντα. καλημέρες. καληνύχτες. βρισιές. ειρωνίες. ψέμματα. αλήθειες. αμηχανίες. αδιαφορίες. αγγίγματα. βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν. συμπόνια. λύπηση. απέχθεια. αγωνία. ανυπομονησία. χαρά. λύπη. χάος.
Ό,τι είναι οι άνθρωποι γύρω μου είσαι εσύ.
Σε νιώθω μέσα απο το πρόσωπο των περαστικών και σ'αγγίζω όταν με προσπερνούν.
Κι αν έχει περάσει καιρός απ την τελευταία φορά που σε είδα, δε πειράζει.
γιατί σε βλέπω μέσα σε όλους τους άλλους.
Η πόλη της θλίψης.
Άχρωμη πόλη λοιπόν, και προβλέψιμη. Παντού όμοιο σκηνικό. Κτήρια, σπίτια κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Ο κάθε διάδρομος, ο κάθε όροφος. Πόσο ίδια είναι όλα! Και όμως, οι ιδιοκτήτες δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Μια τυπική καλημέρα, ένα κούνημα του κεφαλιού προς τα κάτω, σε ενδειξη αναγνώρισης. Τίποτα άλλο. Κενοί τοίχοι, κενοί άνθρωποι.
Πόλη ανούσια. Τεράστια τμήματα της ενωμένα με μια άσφαλτο. Σε ελάχιστα σημεία μία παρεμβολή με πράσινο, μια μικρή ανάσα πριν τον πνιγμό. Αυτοκίνητα που δεν ενδιαφέρονται για κανέναν. Χαμένοι άνθρωποι μέσα στην ατελείωτη ζούγκλα καταστημάτων και πλανόδιων πωλητών. Αμέτρητες φωτεινές επιγραφές, φωταγωγοί και καυσαέριο. Για πόσο ακόμα θα κρύβουμε το φεγγάρι; Για πόσο ακόμα θα κυνηγάμε την ολοκλήρωση στο τίποτα;
Πόλη που όλοι εμείς δημιουργήσαμε. Και την ανεχόμαστε, γιατί μας μοιάζει τόσο πολύ.
Για να αντιμετωπίσω λοιπόν μία ακόμη πικρή και σκονισμένη μέρα σ'αυτήν, σηκώθηκα απ'το παγκάκι και χάθηκα στο βουητό της.
Χάνομαι.
❝ Και εκεί που χάνεσαι, που δεν ακούς πια την λογική,
υπάρχει κάτι που μπορεί να διώξει όποια απειλή.
Μα μια ανάσα, ένας ψίθυρος στ'αυτί.
μπορεί στο τέλος να σου σκλαβώσει την ψυχή.❞
Μετά από τόσο καιρό τίποτα δεν έχει αλλάξει. Κι αν κάποιες φορές νιώθω άδεια, να ξέρεις πως έχω στερέψει από λόγια, όχι από συναισθήματα. Αλλά δεν ανησυχώ. Αν είναι να χαθώ, ας χαθώ στον ωκεανό των ονείρων σου.
υπάρχει κάτι που μπορεί να διώξει όποια απειλή.
Μα μια ανάσα, ένας ψίθυρος στ'αυτί.
μπορεί στο τέλος να σου σκλαβώσει την ψυχή.❞
Μετά από τόσο καιρό τίποτα δεν έχει αλλάξει. Κι αν κάποιες φορές νιώθω άδεια, να ξέρεις πως έχω στερέψει από λόγια, όχι από συναισθήματα. Αλλά δεν ανησυχώ. Αν είναι να χαθώ, ας χαθώ στον ωκεανό των ονείρων σου.
Connection.
Back then, I was desperately seeking to be strongly tied to someone.
Could it be fate, destiny, or a feeling like love or friendship. I really didn't care.
All I wanted was a bond so powerful, that would never be broken.
It took me too long to see, people can't just be tied together.. they have to connect.
Otherwise, they'll find themselves bound hand and foot.
In the end, you really gave me that bond, but not the connection.
Darkness.
Slowly walking to the door οf hell
willingly digging your own grave
You came to face death himself
Poor man, thinking you're that brave
Now in the shadows you'll lurk forever
You became one with them, like all the others
But how she aches for you and cares
You don't seem to know, there's only darkness
Down in the darkness now you wish
She'll never come across this door
Oh wait, is that her approaching?
Time for fun once more...
Look the other way.
Crowded buses and trains make us feel the same way. We bury our faces in a newspaper or a magazine - anything but make contact. Perhaps, if we were to loosen up a bit, we might find other people are actually friendly and worth to know better.
As the song says wisely, people are strange when you're a stranger.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




